Επαγγελμα απο Ε
Τεχνίτης που βάφει κτίρια, κλασικό επάγγελμα.
Γενικός όρος για άτομα με δική τους δουλειά.
Νομικός λειτουργός που ασκεί ποινικές διώξεις.
Τεχνίτης που κατασκευάζει και φτιάχνει έπιπλα.
Γενικός όρος για χειρώνακτα σε διάφορες δουλειές.
Ασχολείται επαγγελματικά με την παραγωγή ελιάς.
Αναλαμβάνει έργα ως ανάδοχος, ειδικά σε κατασκευές.
Γενικός όρος για άτομο που δουλεύει για λογαριασμό του.
Πληθυντικός του ελαιοχρωματιστής, ομάδα επαγγελματιών.
Επαγγελματίας της εκπαίδευσης, δάσκαλος ή καθηγητής.
De woorden op de lijst Επαγγελμα απο Ε zijn afkomstig van spelers van het woordspel Stadt, Land, Rivier.