Επαγγελμα απο Φ
Επιστήμονας υγείας, παρασκευάζει και δίνει φάρμακα.
Ψήνει και πουλά ψωμιά και αρτοσκευάσματα.
Επαγγελματίας που βγάζει φωτογραφίες για δουλειά.
Γενικός όρος για δουλειά φύλαξης χώρων ή προσώπων.
Επισκευάζει αμαξώματα αυτοκινήτων ως επάγγελμα.
Λαϊκό για φανοποιό, επαγγελματίας στα αμάξια.
Καθηγητής γλωσσών/φιλολογίας σε σχολεία κ.λπ.
Επαγγελματίας αποκατάστασης με φυσικές μεθόδους.
Ορθογραφική παραλλαγή, ίδιο επάγγελμα φυσιοθεραπείας.
Εργάζεται σε ασφάλεια/φύλαξη, π.χ. security.
Λαϊκό για οδηγό φορτηγού, επαγγελματίας οδηγός.
Ορθογραφική παραλλαγή, ίδιο επάγγελμα φύλακα.
Επαγγελματίας που προσέχει και λειτουργεί φάρους.
De woorden op de lijst Επαγγελμα απο Φ zijn afkomstig van spelers van het woordspel Stadt, Land, Rivier.